6.3. Χρήση επιμέρους συστατικών

Σ' αυτή την ενότητα θα περιγράψουμε λεπτομερώς κάθε συστατικό του εγκαταστάτη. Τα συστατικά έχουν ομαδοποιηθεί σε στάδια που πρέπει να είναι αναγνωρίσιμα για τους χρήστες. Παρουσιάζονται με τη σειρά που εμφανίζονται στη διάρκεια της εγκατάστασης. Σημειώστε ότι δεν θα χρησιμοποιηθούν σε κάθε εγκατάσταση όλα τα αρθρώματα. Το ποια αρθρώματα θα χρησιμοποιούνται εξαρτάται από τη μέθοδο εγκατάστασης που χρησιμοποιείτε και από το υλικό σας.

6.3.1. Έναρξη του Εγκαταστάτη του Debian και Ρύθμιση του Υλικού

Ας υποθέσουμε ότι ο εγκαταστάτης του Debian έχει ξεκινήσει και είστε μπροστά στην πρώτη οθόνη του. Σ’αυτό το στάδιο, οι δυνατότητες του debian-installer είναι ακόμα αρκετά περιορισμένες. Δεν γνωρίζει πολλά για το υλικό του υπολογιστή σας, την γλώσσα που προτιμάτε, ούτε ακόμα και την επόμενη εργασία που πρόκειται να εκτελέσει. Μην ανησυχείτε. Επειδή ο debian-installer είναι αρκετά ευφυής, μπορεί να ανιχνεύσει αυτόματα το υλικό του υπολογιστή σας, να εντοπίσει τα υπόλοιπα συστατικά του και να αναβαθμιστεί ο ίδιος από μόνος του σ' ένα αποτελεσματικό σύστημα εγκατάστασης. Παρόλα αυτά, θα πρέπει ακόμα να βοηθήσετε κι άλλο τον debian-installer με μερικές πληροφορίες που δεν μπορεί να προσδιορίσει αυτόματα (όπως την επιλογή της γλώσσας που προτιμάτε, την διάταξη του πληκτρολογίου ή το επιθυμητό δίκτυο καθρέφτη της αρχειοθήκης).

Θα παρατηρήσετε ότι ο debian-installer εκτελεί αρκετές φορές στη διάρκεια αυτού του σταδίου τον έλεγχο για υλικό. Την πρώτη φορά συγκεκριμένα στοχεύει στην ανίχνευση εκείνου του υλικού που απαιτείται για να φορτώσει τα συστατικά του (π.χ. την μονάδα CD-ROM ή την κάρτα δικτύου). Επειδή δεν είναι δυνατό να είναι διαθέσιμοι όλοι οι οδηγοί συσκευών στην διάρκεια αυτού του πρώτου τρεξίματος του εγκαταστάτη, η ανίχνευση του υλικού είναι αναγκαίο να επαναληφθεί αργότερα στη διάρκεια της εγκατάστασης.

6.3.1.1. Κατάσταση ελέγχου διαθέσιμης / περιορισμένης μνήμης

Ένα από τα πρώτα πράγματα που εκτελεί ο debian-installer είναι ο έλεγχος της διαθέσιμης μνήμης. Εάν η διαθέσιμη μνήμη είναι περιορισμένη, αυτό το συστατικό θα κάνει μερικές αλλαγές στη διαδικασία εγκατάστασης, ενέργεια η οποία ελπίζουμε ότι θα σας επιτρέψει να εγκαταστήσετε το Debian GNU/Linux στο σύστημά σας.

Το πρώτο μέτρο που μπορεί να παρθεί για να μειωθεί η κατανάλωση μνήμης από τον εγκαταστάτη είναι η απενεργοποίηση των μεταφράσεων, που σημαίνει ότι η εγκατάσταση μπορεί να γίνει μόνο στα Αγγλικά. Φυσικά μπορείτε και τότε να κάνετε τις τοπικές ρυθμίσεις στο εγκατεστημένο σύστημα μετά την ολοκλήρωση της εγκατάστασης.

Αν αυτό δεν είναι αρκετό, ο εγκαταστάτης θα μειώσει περαιτέρω την κατανάλωση μνήμης φορτώνοντας εκείνες μόνο τις συνιστώσες που είναι απαραίτητες για την ολοκλήρωση μιας βασικής εγκατάστασης. Αυτό μειώνει την λειτουργικότητα του συστήματος εγκατάστασης. Θα έχετε την ευκαιρία να εγκαταστήσετε επιπλέον συνιστώσες με το χέρι, αλλά θα πρέπει να γνωρίζετε ότι κάθε συνιστώσα που επιλέγετε θα χρησιμοποιεί επιπλέον μνήμη και συνεπώς μπορεί να προκαλέσει την αποτυχία της εγκατάστασης.

Αν ο εγκαταστάτης τρέχει σε κατάσταση περιορισμένης (χαμηλής) μνήμης, συνιστάται η δημιουργία μιας σχετικά μεγάλης κατάτμησης swap (64–128MB). Η κατάτμηση swap θα χρησιμοποιηθεί σαν εικονική μνήμη αυξάνοντας έτσι την μνήμη που είναι διαθέσιμη στο σύστημα. Ο εγκαταστάτης θα ενεργοποιήσει την κατάτμηση swap όσο πιο νωρίς γίνεται στην διαδικασία εγκατάστασης. Σημειώστε ότι η έντονη χρήση μνήμης swap θα ελαττώσει την απόδοση του συστήματός σας και πιθανόν να οδηγήσει σε υψηλή δραστηριότητα του δίσκου.

Παρά τα μέτρα αυτά, είναι και πάλι πιθανόν το σύστημά σας να παγώνει, να προκύπτουν μη αναμενόμενα σφάλματα ή διαδικασίες να τερματίζονται από τον πυρήνα επιεδή θα εξαντλείται η μνήμη του συστήματος (κάτι που θα έχει σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση μηνυμάτων “Out of memory” στην κονσόλα VT4 και στο αρχείο καταγραφής του συστήματος syslog).

Για παράδειγμα, έχει αναφερθεί ότι η δημιουργία ενός μεγάλου συστήματος αρχείων ext3 αποτυγχάνει σε κατάσταση περιορισμένης (χαμηλής) μνήμης αν υπάρχει ανεπαρκής χώρος swap. Αν περισσότερη μνήμη swap δεν βοηθά, προσπαθήστε αντί γι' αυτό να δημιουργήσετε το σύστημα αρχείων σαν ext2 (που είναι ένα βασικό συστατικό τοθ εγκαταστάτη). Είναι δυνατόν να αλλάξετε μια κατάτμηση ext2 σε ext3 μετά την εγκατάσταση.

It is possible to force the installer to use a higher lowmem level than the one based on available memory by using the boot parameter “lowmem” as described in Τμήμα 5.2.1, “Παράμετροι του Εγκαταστάτη του Debian”.

6.3.1.2. Επιλογή Παραμέτρων Τοπικοποίησης

Τις πιο πολλές φορές η πρώτη ερώτηση που θα σας γίνει αφορά την επιλογή των παραμέτρων τοπικοποίησης η οποία θα χρησιμοποιηθεί και στην διάρκεια της εγκατάστασης και στο εγκατεστημένο σύστημα. Οι παράμετροι τοπικοποίησης αποτελούνται από την γλώσσα, την χώρα και το σύνολο τοπικών ρυθμίσεων.

Η γλώσσα που επιλέγετε θα χρησιμοποιηθεί για το υπόλοιπο της διαδικασίας εγκατάστασης, υπό τον όρο ότι υπάρχει διαθέσιμη μετάφραση των διαφόρων διαλόγων σ’αυτή τη γλώσσα. Εάν δεν υπάρχει διαθέσιμη καμία έγκυρη μετάφραση στην γλώσσα που επιλέξατε, ο εγκαταστάτης θα χρησιμοποιήσει τα Αγγλικά, την προεπιλεγμένη γλώσσα.

Η επιλογή της χώρα θα χρησιμοποιηθεί αργότερα στη διαδικασία εγκατάστασης για την επιλογή της προκαθορισμένης ζώνης ώρας και του καθρέφτη της αρχειοθήκης του Debian σύμφωνα με τη γεωγραφική σας θέση. Η γλώσσα και η χώρα επιλογής θα καθορίσουν επίσης από κοινού την προεπιλεγμένη τοπική ρύθμιση για το σύστημά σας και θα βοηθήσουν στην επιλογή του πληκτρολογίου σας

Πρώτα θα σας ζητηθεί να επιλέξετε την γλώσσα που προτιμάτε. Τα ονόματα των γλωσσών παρατίθενται και στα αγγλικά (αριστερή πλευρά) και στη ίδια την γλώσσα που επιλέξατε(δεξιά πλευρά). Tα ονόματα στη δεξιά πλευρά εμφανίζονται επίσης στην αντίστοιχη γραφή για αυτή τη γλώσσα. Ο κατάλογος ταξινομείται ως προς τα αγγλικά ονόματα των γλωσσών. Στην κορυφή της λίστας υπάρχει μια πρόσθετη επιλογή η οποία σας επιτρέπει να διαλέξετε το σύνολο τοπικών ρυθμίσεων “C” αντί μιας γλώσσας. Η επιλογή του συνόλου τοπικών ρυθμίσεων “C” θα έχει σαν αποτέλεσμα η εγκατάσταση να γίνει στα Αγγλικά και τότε το εγκατεστημένο σύστημα δεν θα έχει καθόλου υποστήριξη τοπικοποίησης καθώς δεν θα εγκατασταθεί το πακέτο locales.

If you selected a language that is recognized as an official language for more than one country[4], you will be shown a list of only those countries. To select a country that is not in that list, choose Other (the last option). You will then be presented with a list of continents; selecting a continent will lead to a list of relevant countries on that continent.

If the language has only one country associated with it, that country will be selected automatically. In that case it is only possible to select a different country by first lowering the debconf priority to medium, followed by revisiting the language selection option in the main menu of the installer.

Θα επιλεχθεί ένα προκαθορισμένο σύνολο τοπικών ρυθμίσεων με βάση την γλώσσα και χώρα που έχετε επιλέξει . Εάν εκτελείτε την εγκατάσταση με μεσαία ή χαμηλή προτεραιότητα, θα έχετε την δυνατότητα να επιλέξετε ένα άλλο τέτοιο σύνολο τοπικών ρυθμίσεων σαν προκαθορισμένο καθώς και την δημιουργία επιπλέον τέτοιων συνόλων τοπικών ρυθμίσεων για το εγκατεστημένο σύστημα.

6.3.1.3. Επιλογή Πληκτρολογίου

Συχνά τα πληκτρολόγια προσαρμόζονται στους χαρακτήρες που χρησιμοποιούνται σε μια γλώσσα. Επιλέξτε μια διάταξη που ταιριάζει στο πληκτρολόγιο που χρησιμοποιείτε ή εάν η διάταξη πληκτρολογίου που θέλετε δεν υπάρχει σ' αυτόν τον κατάλογο, επιλέξετε μια παραπλήσια. Μόλις τελειώσει η εγκατάσταση του συστήματος , θα είστε σε θέση να επιλέξετε μια άλλη από ένα μεγαλύτερο εύρος επιλογών (μετά το τέλος της εγκατάστασης τρέξτε ως root kbdconfig).

Μετακινήστε το υπερφωτισμένο (highlight) προς την επιλογή πληκτρολογίου που επιθυμείτε και πιέσετε Enter. Χρησιμοποιήστε τα βέλη για να κινήσετε το υπερφωτισμένο (highlight) — αυτά βρίσκονται στην ίδια θέση σε όλες τις διατάξεις πληκτρολογίου εθνικής γλώσσας, οπότε είναι ανεξάρτητα από τη διάταξη πληκτρολογίου. Ένα 'εκτεταμένο' πληκτρολόγιο είναι ένα με τα πλήκτρα F1 έως F10 κατά μήκος της πάνω γραμμής του πληκτρολογίου.

6.3.1.4. Αναζήτηση Εικόνων τύπου ISO του Εγκαταστάτη Debian

Κατά την εγκατάσταση με την μέθοδο hd-media , θα έρθει μια στιγμή που θα πρέπει να βρείτε και να προσαρτήσετε το εικόνα τύπου iso του Εγκαταστάτη του Debian προκειμένου να ανακτηθεί το υπόλοιπο των αρχείων εγκατάστασης. Το συστατικό iso-scan κάνει ακριβώς αυτή τη δουλειά.

Πρώτα, η εντολή iso-scan προσαρτά αυτόματα όλες τις συσκευές μπλοκ (π.χ. κατατμήσεις) που περιέχουν κάποιο γνωστό σύστημα αρχείων και αμέσως μετά ψάχνει για ονόματα αρχείων που τελειώνουν σε .iso ( ή για τον ίδιο λόγο για ονόματα αρχείων που τελειώνουν σε . ISO). Πρέπει να τονιστεί ότι κατά την πρώτη προσπάθεια ψάχνει για αρχεία μονό στον ριζικό (/) κατάλογο και στο πρώτο επίπεδο υποκαταλόγων( δηλ. βρίσκει στον κατάλογο /οποιοδήποτε όνομα.iso, στον κατάλογο /data/οποιδήποτε όνομα.iso, αλλά όχι και στον κατάλογο /data/tmp/οποιδήποτε όνομα.iso). Μετά την εύρεση μιας εικόνας iso, η iso-scan ελέγχει το περιεχόμενό της για να προσδιορίσει άν είναι έγκυρη ή όχι. Στην πρώτη περίπτωση είμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε στην εγκατάσταση, στην δεύτερη ψάχνει για άλλη εικόνα.

Σε περίπτωση που αποτύχει η προηγούμενη προσπάθεια αναζήτησης εικόνας ISO του εγκαταστάτη, η εντολή iso-scan θα σας ρωτήσει εάν επιθυμείτε να εκτελέσετε μια πιο λεπτομερή αναζήτηση. Αυτό η αναζήτηση όχι μόνο εξετάζει τους κορυφαίους καταλόγους, αλλά διατρέχει ολόκληρο το σύστημα αρχείων.

Εάν η εντολή iso-scan δεν ανακαλύψει μια εικόνα iso του εγκαταστάτη σας, επανεκκινήστε το αρχικό λειτουργικό σας σύστημα και ελέγξτε αν η εικόνα έχει το σωστό όνομα (δηλ. αν τελειώνει σε .iso), αν έχει τοποθετηθεί σε σύστημα αρχείων που είναι αναγνωρίσιμο από τον debian-installer, και αν δεν είναι κατεστραμμένο (επαληθεύστε την υπογραφή του). Οι πεπειραμένοι χρήστες Unix μπορούν να κάνουν αυτούς τους ελέγχους στη δεύτερη κονσόλα χωρίς την παραπάνω επανεκκίνηση.

6.3.1.5. Configuring the Network

Καθώς περνάτε σ' αυτό το βήμα, αν το σύστημα ανιχνεύσει ότι έχετε πάνω από μια συσκευές δικτύου, θα σας ζητηθεί να διαλέξετε ποια συσκευή θα είναι η κύρια της δικτυακής σας διασύνδεσης, δηλαδή αυτή που επιθυμείτε να χρησιμοποιήσετε για την εγκατάσταση. Οι άλλες διασυνδέσεις δεν θα ρυθμιστούν για την ώρα. Μπορείτε να ρυθμίσετε πρόσθετες διασυνδέσεις μετά την ολοκλήρωση της εγκατάστασης. Δείτε την σελίδα οδηγιών interfaces(5).

Εξ ορισμού, ο debian-installer προσπαθεί να ρυθμίσει το δίκτυο του υπολογιστή σας αυτόματα μέσω του DHCP. Αν ο έλεγχος DHCP πετύχει, είστε εντάξει. Αν αποτύχει, αυτό μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες ξεκινώντας από αποσυνδεμένα καλώδια δικτύου, μέχρι μια λανθασμένη ρυθμισμένη του DHCP. Ή ίσως δεν έχετε κανένα διακομιστή DHCP στο τοπικό σας δίκτυο. Για περισσότερες εξηγήσεις, ελέγξτε τα μηνύματα λάθους στη τέταρτη κονσόλα. Σε κάθε περίπτωση, θα ερωτηθείτε αν θέλετε να ξαναδοκιμάσετε ή αν θέλετε να κάνετε την ρύθμιση του δικτύου με το χέρι. Οι διακομιστές DHCP είναι μερικές φορές πολύ αργοί στις αποκρίσεις τους, οπότε αν είστε βέβαιοι ότι όλα είναι εντάξει ξαναπροσπαθήστε.

Στη συνέχεια η χειρωνακτική εγκατάσταση του δικτύου σας υποβάλλει διάφορες ερωτήσεις για το δίκτυό σας, ειδικότερα για την διεύθυνση IP (IP address), την Μάσκα δικτύου (Netmask), την Πύλη δικτύου (Gateway), τις Διευθύνσεις server ονοματοδοσίας (Name server addresses), και ένα Όνομα υπολογιστή (hostname). Επιπλέον, εάν έχετε μια ασύρματη διασύνδεση δικτύου, θα σας ζητηθεί το Ασύρματο ESSID και ένα κλειδί WEP. Συμπληρώστε τις απαντήσεις από το Τμήμα 3.3, “Πληροφορίες που θα χρειαστείτε”.

Σημείωση

Some technical details you might, or might not, find handy: the program assumes the network IP address is the bitwise-AND of your system's IP address and your netmask. The default broadcast address is calculated as the bitwise OR of your system's IP address with the bitwise negation of the netmask. It will also guess your gateway. If you can't find any of these answers, use the offered defaults — if necessary, you can change them by editing /etc/network/interfaces once the system has been installed.

6.3.1.6. Ρύθμιση του ρολογιού

The installer will first attempt to connect to a time server on the Internet (using the NTP protocol) in order to correctly set the system time. If this does not succeed, the installer will assume the time and date obtained from the system clock when the installation system was booted are correct. It is not possible to manually set the system time during the installation process.

Depending on the location selected earlier in the installation process, you may be shown a list of timezones relevant for that location. If your location has only one time zone, you will not be asked anything and the system will assume that time zone.

If for some reason you wish to set a time zone for the installed system that does not match the selected location, there are two options.

  1. The simplest option is to just select a different timezone after the installation has been completed and you've booted into the new system. The command to do this is:

    # dpkg-reconfigure tzdata
    

  2. Alternatively, the time zone can be set at the very start of the installation by passing the parameter time/zone=value when you boot the installation system. The value should of course be a valid time zone, for example Europe/London or UTC.

For automated installations the time zone can also be set using preseeding.

6.3.2. Διαμέριση και Επιλογή Σημείων Προσάρτησης

At this time, after hardware detection has been executed a final time, debian-installer should be at its full strength, customized for the user's needs and ready to do some real work. As the title of this section indicates, the main task of the next few components lies in partitioning your disks, creating filesystems, assigning mountpoints and optionally configuring closely related options like RAID, LVM or encrypted devices.

If you are uncomfortable with partitioning, or just want to know more details, see Παράρτημα C, Δημιουργία κατατμήσεων για το Debian.

Πρώτα θα σας δοθεί η ευκαιρία να διαμερίσετε αυτόματα είτε έναν ολόκληρο δίσκο είτε ελεύθερο χώρο σ' αυτόν. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται και “καθοδηγούμενη” διαμέριση. Εάν δεν επιθυμείτε την αυτόματη διαμέριση των δίσκων σας, κάντε την επιλογή Με το χέρι από το μενού.

6.3.2.1. Guided Partitioning

Αν επιλέξετε καθοδηγούμενη διαμέριση, έχετε τρεις δυνατότητες: να δημιουργήσετε κατατμήσεις κατευθείαν στον σκληρό δίσκο (κλασσική μέθοδος) ή να τις δημιουργήσετε χρησιμοποιώντας την Διαχείριση Λογικών Τόμων (LVM) ή να τις δημιουργήσετε με LVM με κρυπτογράφηση.[5].

Σημείωση

Η επιλογή χρήσης (κρυπτογραφημένου) LVM πιθανόν να μην είναι διαθέσιμη σε όλες τις αρχιτεκτονικές.

Όταν χρησιμοποιεί LVM ή LVM με κρυπτογράφηση, ο εγκαταστάτης θα δημιουργήσει τις περισσότερες κατατμήσεις μέσα σε μια μεγάλη κατάτμηση. Το πλεονκτημα αυτής της μεθόδου είναι ότι για κατατμήσεις μέσα σε μια τέτοια μεγάλη κατάτμηση μπορούν είναι σχετικά πιο εύκολο να αλλάξει το μέγεθός τους αργότερα. Στην περίπτωση LVM με κρυπτογράφηση η μεγάλη κατάτμηση δεν θα είναι αναγνώσιμη χωρίς την γνώση μιας ειδικής συνθηματικής φράσης, προσφέροντας έτσι επιπλέον ασφάλεια για τα (προσωπικά) σας δεδομένα.

Όταν χρησιμοποιείτε LVM με κρυπτογράφηση, ο εγκαταστάτης θα διαγράψει επίσης αυτόματα τον δίσκο εγγράφοντας σ' αυτόν τυχαία δεδομένα. Αυτό βελτιώνει ακόμα περισσότερο την ασφάλεια (καθώς καθιστά αδύνατο το να πει κανείς ποια μέρη του δίσκου είναι σε χρήση και επίσης διασφαλίζει ότι διαγράφονται οποιαδήποτε ίχνη από προηγούμενες εγκαταστάσεις), αλλά μπορεί να είναι χρονοβόρο ανάλογα με το μέγεθος του δίσκου σας.

Σημείωση

Αν επιλέξετε καθοδηγούμενη διαμέριση χρησιμοποιώντας LVM ή LVM με κρυπτογράφηση, κάποιες αλλαγές στον πίνακα διαμέρισης θα πρέπει να εγγραφούν στον επιλεγμένο δίσκο κατά την διαμόρφωση των λογικών τόμων. Οι αλλαγές αυτές διαγράφουν ουσιαστικά όλα τα δεδομένα που μπορεί να υπάρχουν εκείνη τη στιγμή στον επιλεγμένο σκληρό δίσκο και δεν θα έχετε την δυνατότητα να τις αναιρέσετε αργότερα. Ο εγκαταστάτης θα σας ρωτήσει, όμως, να επιβεβαιώσετε αυτές τις αλλαγές πριν γραφτούν στον δίσκο.

Αν επιλέξετε καθοδηγούμενη διαμέριση (είτε κλασσική είτε με χρήση LVM (με κρυπτογράφηση)) για έναν ολόκληρο δίσκο, θα σας ζητηθεί αρχικά να επιλέξετε τον δίσκο που θέλετε να χρησιμοποιήσετε. Ελέγξτε ότι αναγράφονται όλοι οι δίσκοι σας και, αν έχετε αρκετούς δίσκους, βεβαιωθείτε ότι επιλέγετε τον σωστό. Η σειρά με την οποία αναγράφονται μπορεί να διαφέρει από αυτήν που έχετε συνηθίσει. Το μέγεθος των δίσκων μπορεί να σας βοηθήσει να τους ταυτοποιήσετε.

Οποιαδήποτε δεδομένα στον δίσκο που επιλέγετε θα χαθούν τελικά, αλλά θα σας ζητείται πάντα να επιβεβαιώσετε όποιες αλλαγές πριν αυτές εγγραφούν στον δίσκο. Αν έχετε επιλέξει την κλασσική μέθοδο διαμέρισης, θα έχετε την δυνατότητα να αναιρέσετε οποιεσδήποτε αλλαγές μέχρι την τελευταία στιγμή. Όταν χρησιμοποιείτε LVM (με κρυπτογράφηση) αυτό δεν είναι εφικτό.

Στη συνέχεια, θα είσαστε σε θέση να επιλέξετε ανάμεσα σε σχήματα διαμέρισης τα οποία απαριθμούνται στον παρακάτω πίνακα. Όλα έχουν τα θετικά και τα αρνητικά τους, κάποια από τα οποία συζητούνται στην ενότητα  Παράρτημα C, Δημιουργία κατατμήσεων για το Debian. Εάν δεν ξέρετε ποιο να επιλέξετε, επιλέξτε το πρώτο. Λάβετε υπόψη, ότι για να δουλέψει η καθοδηγούμενη διαμέριση χρειάζεται μια ορισμένη ελάχιστη ποσότητα ελεύθερου χώρου. Εάν δεν δώσετε χώρο τουλάχιστον 1GB (εξαρτάται από το επιλεγμένο σχήμα), η διαμέριση αυτή θα αποτύχει.

Σχήμα Διαμέρισης Ελάχιστος χώρος Δημιουργημένα κατατμήσεις
Όλα τα αρχεία σε μια κατάτμηση 600MB /, swap
Ξεχωριστή κατάτμηση /home 500MB /, /home, swap
Ξεχωριστές κατατμήσεις /home, /usr, /var και /tmp 1GB /, /home, /usr, /var, /tmp, swap

If you choose guided partitioning using (encrypted) LVM, the installer will also create a separate /boot partition. The other partitions, including the swap partition, will be created inside the LVM partition.

Μετά την επιλογή σχήματος, η επόμενη οθόνη θα σας δείξει το νέο πίνακα διαμέρισης, που περιέχει και πληροφορίες για το εάν και με ποιο τρόπο θα διαμορφωθούν και που θα προσαρτηθούν οι διάφορες κατατμήσεις.

Η λίστα των κατατμήσεων μπορεί να μοιάζει κάπως έτσι:

  IDE1 master (hda) - 6.4 GB WDC AC36400L
        #1 primary   16.4 MB  B f ext2       /boot
        #2 primary  551.0 MB      swap       swap
        #3 primary    5.8 GB      ntfs
           pri/log    8.2 MB      FREE SPACE

  IDE1 slave (hdb) - 80.0 GB ST380021A
        #1 primary   15.9 MB      ext3
        #2 primary  996.0 MB      fat16
        #3 primary    3.9 GB      xfs        /home
        #5 logical    6.0 GB    f ext3       /
        #6 logical    1.0 GB    f ext3       /var
        #7 logical  498.8 MB      ext3
        #8 logical  551.5 MB      swap       swap
        #9 logical   65.8 GB      ext2

Αυτό το παράδειγμα δείχνει δυο σκληρούς δίσκους IDE διαμερισμένους σε αρκετές κατατμήσεις. Ο πρώτος δίσκος έχει κάποιον ελεύθερο χώρο. Κάθε γραμμή που αναφέρεται σε μια κατάτμηση περιλαμβάνει τον αριθμό της κατάτμησης, τον τύπο και το μέγεθός της, προαιρετικές επιλογές, το σύστημα αρχείων, και το σημείο προσάρτησης (εάν υπάρχει). Σημείωση: αυτή η συγκεκριμένη διαμόρφωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με καθοδηγούμενη διαμέριση αλλά δείχνει όντως την ποικιλία που μπορεί κανείς να πετύχει κάνοντας διαμέριση με το χέρι.

Εδώ ολοκληρώνεται η καθοδηγούμενη διαμέριση. Εάν είστε ικανοποιημένοι με τον δημιουργημένο πίνακα διαμέρισης, μπορείτε να επιλέξετε από το μενού την επιλογή Ολοκλήρωση διαμέρισης και αποθήκευση των αλλαγών στο δίσκο ώστε να τον εφαρμόσετε (όπως περιγράφεται στο τέλος αυτής της ενότητας). Εάν δεν είστε ικανοποιημένοι, μπορείτε να επιλέξετε Ακύρωση των αλλαγών στις κατατμήσεις και να τρέξετε ξανά την καθοδηγούμενη διαμέριση ή να τροποποιήστε τις προτεινόμενες αλλαγές όπως περιγράφεται παρακάτω σχετικά με την διαμέριση με το χέρι.

6.3.2.2. Manual Partitioning

Εάν επιλέξετε χειροκίνητη διαμέριση, θα εμφανιστεί  μια παρόμοια οθόνη με την προηγούμενη, εκτός από το ότι θα εμφανιστεί ο υπάρχων πίνακας διαμέρισης χωρίς τα σημεία προσάρτησης. Το υπόλοιπο αυτής της ενότητας θα ασχοληθεί με το πώς θα δημιουργήσετε χειροκίνητα τον πίνακα διαμέρισης και τη χρήση των κατατμήσεων από το νέο σας σύστημα Debian.

Εάν επιλέξετε έναν ολοκαίνουριο δίσκο που δεν έχει ούτε τμήματα ούτε ελεύθερο χώρο , θα ερωτηθείτε αν θέλετε να δημιουργήσετε έναν νέο πίνακα διαμέρισης (αυτό είναι απαραίτητο για να μπορέσετε να δημιουργήσετε καινούριες κατατμήσεις). Μετά απ’αυτό θα εμφανιστεί στον πίνακα μια νέα γραμμή με τον τίτλο “ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΧΩΡΟΣ” κάτω από τον επιλεγμένο δίσκο.

Εάν επιλέξετε κάποιο ελεύθερο χώρο, θα σας έχετε την ευκαιρία να δημιουργήσετε μια καινούρια κατάτμηση. Θα πρέπει να απαντήσετε σε μια γρήγορη σειρά ερωτήσεων σχετικά με το μέγεθος, τον τύπο (πρωτεύουσα ή λογική) και την θέση της (στην αρχή ή στο τέλος του ελεύθερου χώρου). Μετά από αυτό, θα σας παρουσιαστεί μια λεπτομερής εικόνα της καινούριας σας κατάτμησης. Η κυριότερη επιλογή είναι η Χρήση ως: , μπορείτε να επιλέξετε διαφορετικό σύστημα αρχείων γι’αυτό το τμήμα συμπεριλαμβανομένης και της δυνατότητας να χρησιμοποιήσετε το τμήμα ως swap, ως λογισμικό RAID, LVM, ή ακόμα και να μην το χρησιμοποιήσετε καθόλου. Ένα άλλο καλό χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι η δυνατότητα της αντιγραφής δεδομένων από ένα υπάρχον τμήμα σε άλλο. Όταν θα είστε ικανοποιημένοι με το νέο τμήμα σας, επιλέξτε Ολοκλήρωση της ρύθμισης του τμήματος και θα επιστρέψετε πίσω στο κυρία οθόνη του προγράμματος κατάτμησης.

Εάν αποφασίσετε ότι θέλετε να αλλάξετε κάτι για την κατάτμησή σας, επιλέξτε απλά την κατάτμηση, οπότε θα βρεθείτε στο μενού ρύθμισης των κατατμήσεων. Εμφανίζεται η ίδια οθόνη μ' εκείνην στην δημιουργίας μιας καινούριας κατάτμησης, οπότε μπορείτε να αλλάξετε το ίδιες ρυθμίσεις. Ένα πράγμα που στην πρώτη ματιά ενδέχεται να μην είναι πολύ προφανές, είναι ότι μπορείτε να αλλάξετε το μέγεθος της κατάτμησης επιλέγοντας το στοιχείο που εμφανίζει το μέγεθος της. Συστήματα αρχείων για τα οποία γνωρίζουμε ότι ισχύουν τα παραπάνω είναι τουλάχιστον τα fat16, fat32, ext2, ext3 και swap. Αυτό το μενού σάς επιτρέπει επίσης να διαγράψετε μια κατάτμηση.

Βεβαιωθείτε ότι έχετε δημιουργήσει τουλάχιστον δυο τμήματα: ένα για το βασικό (root) σύστημα αρχείων (το οποίο πρέπει να προσαρτηθεί ως /) και ένα για το σύστημα αρχείωνswap. Εάν ξεχάσετε να προσαρτήσετε το βασικό (root) σύστημα αρχείων, το προγραμμα κατάτμησης δε θα σας αφήσει να συνεχίσετε μέχρι να το προσαρτήσετε.

Οι δυνατότητες του προγραμμα κατάτμησης μπορούν να επεκταθούν με αρθρώματα του εγκαταστάτη, άλλα εξαρτώνται από την αρχιτεκτονική του συστήματός σας. Οπότε εάν δεν μπορείτε να δείτε όλες τις δυνατότητές του , ελέγξτε εάν έχετε φορτώσει όλα τα απαραίτητα αρθρώματα. ( π.χ. partman-ext3, partman-xfs, ή partman-lvm)

Εάν είστε ικανοποιημένοι με την διαδικασία κατάτμησης, επιλέξτε από το μενού κατάτμησης Ολοκλήρωση κατάτμησης και αποθήκευση των αλλαγών στο δίσκο. Θα σας παρουσιαστεί μια περίληψη των αλλαγών που έχουν γίνει στους δίσκους και θα σας ζητηθεί να επιβεβαιώσετε ότι τα συστήματα αρχείων δημιουργήθηκαν όπως ακριβώς το ζητήσατε.

6.3.2.3. Configuring Multidisk Devices (Software RAID)

Εάν έχετε στον υπολογιστή σας περισσότερους του ενός σκληρούς δίσκους[6], μπορείτε να χρησιμοποιήσετε την  mdcfg έτσι ώστε να ρυθμίσετε τις μονάδες σας για αυξημένη απόδοση ή/και για καλύτερη αξιοπιστία των δεδομένων σας. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ονομάζεται Μονάδα Πολλαπλών Δίσκωνλογισμικό RAID μετά την διασημότερη παραλλαγή της).

Βασικά η MD είναι μια δεσμίδα τμημάτων που βρίσκονται σε διαφορετικούς δίσκους και συνδυάζονται όλα μαζί έτσι ώστε να σχηματίσουν μια λογική συσκευή. Κατόπιν αυτή η συσκευή μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν ένα κανονικό τμήμα (π.χ. με το προγραμμα κατάτμησης μπορείτε να την διαμορφώσετε, να ορίσετε σημείο προσάρτησης κλπ.).

Το όφελος που αποκομίζετε εξαρτάται από τον τύπο της συσκευής MD που δημιουργείτε.  Προς το παρόν οι υποστηριζόμενες είναι οι παρακάτω:

RAID0

Κυρίως στοχεύει στην απόδοση. Το RAID0 διασπά τα εισερχόμενα δεδομένα σε λωρίδες και τα διανέμει εξίσου σε κάθε δίσκο της συστοιχίας. Αυτό μπορεί να αυξήσει την ταχύτητα των λειτουργιών ανάγνωσης/εγγραφής, αλλά όταν κάποιος δίσκος χαλάσει, θα χάσετε τα πάντα (μέρος της πληροφορίας βρίσκεται ακόμη στον ή στους υγιείς δίσκους, το υπόλοιπο μέρος βρισκόταν στον χαλασμένο δίσκο).

·Η τυπική χρήση του RAID0 είναι σαν κατάτμηση για επεξεργασία εικόνας.

RAID1

Είναι κατάλληλη για ρυθμίσεις όπου το πιο σημαντικό είναι η αξιοπιστία. Αποτελείται από κάποια (συνήθως δύο) ίσου μεγέθους κατατμήσεις που περιέχουν η κάθε μία ακριβώς τα ίδια δεδομένα. Αυτό σημαίνει ουσιαστικά τρία πράγματα. Πρώτον, εάν ένας από τους δίσκους χαλάσει, έχετε ακόμα τα δεδομένα σας ως είδωλα στους υπόλοιπους δίσκους. Δεύτερον, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μονό ένα μέρος της διαθέσιμης χωρητικότητας (πιο συγκεκριμένα, είναι το μέγεθος της μικρότερης κατάτμησης στη συστοιχία RAID). Τρίτον, η ανάγνωση των αρχείων γίνεται ισορροπημένα ανάμεσα στους δίσκους, γεγονός που μπορεί να αυξήσει την απόδοση ενός εξυπηρετητή, όπως για παράδειγμα ενός εξυπηρετητή αρχείων, ο οποίος τείνει να επιβαρύνεται περισσότερο με λειτουργίες ανάγνωσης από τους δίσκους πάρα με λειτουργίες εγγραφές.

Προαιρετικά μπορείτε να έχετε έναν εφεδρικό δίσκο στη συστοιχία ο οποίος θα πάρει τη θέση του χαλασμένου δίσκου σε περίπτωση κάποιου σφάλματος.

RAID5

Είναι ένας καλός συμβιβασμός μεταξύ της ταχύτητας, της αξιοπιστίας και της διαθεσιμότητας (redundancy) των δεδομένων. Το RAID5 διαχωρίζει τα εισερχόμενα δεδομένα σε λωρίδες και τα μοιράζει εξίσου σε όλους τους δίσκους έκτος από έναν (όπως στο RAID0). Αντίθετα από το RAID0, το RAID5 υπολογίζει και την πληροφορία για την ισοτιμία, η οποία εγγράφεται στον υπόλοιπο δίσκο. Ο δίσκος με την πληροφορία ισοτιμίας δεν είναι στατικός (αυτό θα ονομαζόταν RAID4), άλλα αλλάζει περιοδικά, έτσι ώστε η πληροφορία ισοτιμίας να κατανέμεται εξίσου σε όλους τους δίσκους. Όταν ένας από τους δίσκους χαλάσει, το χαμένο μέρος των πληροφοριών μπορεί να υπολογιστεί από τα υπόλοιπα δεδομένα και την ισοτιμία τους. Το RAID5 πρέπει να αποτελείται από τρεις τουλάχιστον ενεργές κατατμήσεις. Προαιρετικά μπορείτε να έχετε έναν εφεδρικό δίσκο στη συστοιχία ο οποίος θα πάρει τη θέση του χαλασμένου δίσκου σε περίπτωση κάποιου σφάλματος.

  Όπως μπορείτε να διαπιστώσετε, το RAID5 έχει τον ίδιο βαθμό αξιοπιστίας με το RAID1 ενώ επιτυγχάνει μικρότερη διαθεσιμότητα. Από την άλλη μπορεί να είναι λίγο πιο αργό στην λειτουργιά ανάγνωσης από το RAID0 λόγω του υπολογισμού της πληροφορίας ισοτιμίας.

Ανακεφαλαιώνοντας:

Τύπος Ελάχιστες Συσκευές Εφεδρική Συσκευή Η βλάβη δίσκου ξεπεράστηκε; Διαθέσιμος Χώρος
RAID0 2 no no Το μέγεθος του μικρότερου τμήματος πολλαπλασιασμένου επί το πλήθος των συσκευών στη συστοιχία RAID
RAID1 2 προαιρετικό ναι Μέγεθος του μικρότερου τμήματος στη συστοιχία RAID
RAID5 3 προαιρετικό ναι Το μέγεθος του μικρότερου τμήματος πολλαπλασιασμένου επί (το πλήθος των συσκευών στη συστοιχία RAID μείον μια)

Εάν θέλετε να μάθετε περισσότερα σχετικά με το RAID σε λογισμικό, ρίξτε μια ματιά στην ιστοσελίδα Software RAID HOWTO.

Για να δημιουργήσετε μια συσκευή MD, απαιτούνται τα τμηματα από τα οποία επιθυμείτε να αποτελείται, σημειωμένα για χρήση σε συστοιχία RAID. (Αυτό επιτυγχάνεται με το προγραμμα κατάτμησης στο μενού Ρυθμίσεις τμήματος από όπου πρέπει να επιλέξετε Χρήση ως:φυσική μονάδα για RAID.)

Σημείωση

Make sure that the system can be booted with the partitioning scheme you are planning. In general it will be necessary to create a separate file system for /boot when using RAID for the root (/) file system. Most boot loaders do support mirrored (not striped!) RAID1, so using for example RAID5 for / and RAID1 for /boot can be an option.

Προειδοποίηση

Support for MD is a relatively new addition to the installer. You may experience problems for some RAID levels and in combination with some bootloaders if you try to use MD for the root (/) file system. For experienced users, it may be possible to work around some of these problems by executing some configuration or installation steps manually from a shell.

Στη συνεχεία, μέσα από το κύριο μενού του partman θα πρέπει να επιλέξετε Ρύθμιση RAID σε λογισμικό. (Το μενού αυτό θα εμφανιστεί μόνο μετά την σήμανση τουλάχιστον μιας κατάτμησης για χρήση σαν φυσικού τόμου για RAID.) Στην πρώτη οθόνη της εντολής mdcfg επιλέξτε απλά Δημιουργία μονάδας MD. Θα σας παρουσιαστεί μία λίστα των υποστηριζομένων τύπων μονάδων MD, από τους οποίους πρέπει να διαλέξετε έναν (π.χ. RAID1). Ό,τι ακολουθεί εξαρτάται από τον τύπο μονάδας MD που επιλέξατε.

  • Η RAID0 είναι απλή — θα σας παρουσιαστεί μία λίστα των διαθέσιμων  RAID τμημάτων και το μόνο που πρέπει να κάνετε είναι να επιλέξετε τα τμήματα που θα αποτελέσουν την μονάδα MD.

  • Η RAID1 κρύβει πιο πολλές δυσκολίες. Πρώτον, θα σας ζητηθεί να εισάγετε το πλήθος των ενεργών και το πλήθος των εφεδρικών συσκευών που θα αποτελέσουν την MD. Στη συνέχεια, πρέπει να επιλέξετε μέσα από μία λίστα διαθέσιμων τμήμα RAID εκείνα που θα είναι ενεργά και έπειτα εκείνα που θα είναι εφεδρικά. Η αρίθμηση των επιλεγμένων τμημάτων πρέπει να είναι ίση με τον αριθμό που δόθηκε πριν από λίγα δευτερόλεπτα. Μην ανησυχείτε. Εάν κάνετε το λάθος και επιλέξετε διαφορετικό αριθμό τμημάτων, ο debian-installer δε θα σας αφήσει να συνεχίσετε μέχρι να διορθώσετε το λάθος.

  • Η διαδικασία ρύθμισης για το RAID5 είναι ανάλογη αυτής για το RAID1 με την εξαίρεση ότι θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε τουλάχιστον τρεις ενεργές κατατμήσεις.

Είναι απόλυτα εφικτό να έχετε ταυτόχρονα διαφορετικούς τύπους συσκευών MD. Παραδείγματος χάριν αν διαθέτετε τρεις σκληρούς δίσκους 200 GΒ για δημιουργία MD, η κάθε μια δυο κατατμήσεις των 100 GB, μπορείτε να συνδυάσετε τις πρώτες κατατμήσεις και των τριών δίσκων σε ένα RAID0 (γρήγορη κατάτμηση για επεξεργασία εικόνας μεγέθους 300 GB) και να χρησιμοποιήσετε τις άλλες τρεις κατατμήσεις (2 ενεργές και μία εφεδρική) για τη δημιουργία ενός RAID1 (αρκετά αξιόπιστη κατάτμηση μεγέθους 100 GB σαν /home).

Μετά την οργάνωση των μονάδων MD σύμφωνα με τις προτιμήσεις σας, μπορείτε να επιλέξετε Ολοκλήρωση της mdcfg επιστρέφοντας πίσω στο προγραμμα κατάτμησης για να δημιουργήσετε συστήματα αρχείων στις νέες σας μονάδες MD και να ορίσετε γι’αυτές τα συνήθη χαρακτηριστικά όπως τα σημεία προσάρτησης.

6.3.2.4. Ρύθμιση του Διαχειριστή Λογικών Τόμων (LVM)

Εάν δουλεύετε με υπολογιστές σε επίπεδο διαχειριστή συστήματος ή “προχωρημένου” χρήστη, έχετε αντιμετωπίσει σίγουρα την κατάσταση όπου κάποιο τμήμα δίσκων (συνήθως το σημαντικότερο) εμφανίζεται να μην έχει χώρο, ενώ κάποιο άλλο τμήμα χρησιμοποιούνταν ελάχιστα. και έπρεπε να τακτοποιήσετε αυτή την κατάσταση με την μετακίνηση διαφόρων, δημιουργία ψευδοσυνδέσμων, κλπ

Για να αποφύγετε την κατάσταση που περιγράψαμε μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τον Διαχειριστή Λογικών Τόμων (LVM). Μιλώντας άπλα, με τον LVM μπορείτε να συνδυάσετε τις κατατμήσεις σας (φυσικοί τόμοι στη γλώσσα του LVM) για να σχηματίσετε έναν εικονικό δίσκο (τον επονομαζόμενο ομάδα τόμου), ο οποίος κατόπιν μπορεί να διαιρεθεί σε εικονικές κατατμήσεις (λογικούς τόμους). Η ουσία έγκειται στο ότι οι λογικοί τόμοι (και φυσικά και οι υποκείμενές τους ομάδες τομών) μπορούν να εκτείνονται μεταξύ αρκετών φυσικών συσκευών δίσκων.

Όταν λοιπόν διαπιστώσετε ότι χρειάζεστε περισσότερο χώρο για την παλιά σας κατάτμηση /home των 160GB, μπορείτε απλώς να προσθέσετε στον υπολογιστή σας έναν νέο δίσκο 300GB, να τον συνδυάσετε με την υπάρχουσα ομάδα τόμων σας και στη συνέχεια να αλλάξετε το μέγεθος του λογικού τόμου που περιέχει το σύστημα αρχείων /home και ιδού — οι χρήστες σας έχουν και πάλι χώρο στην ανανεωμένη κατάτμηση των 460GB. Αυτό το παράδειγμα φυσικά είναι λίγο απλοποιημένο. Εάν δεν το έχετε διαβάσει ήδη, θα πρέπει να συμβουλευτείτε το LVM HOWTO.

Η ρύθμιση του LVM στον debian-installer είναι αρκετά απλή και πλήρως υποστηριζόμενη μέσα στο πρόγραμμα partman. Καταρχήν θα πρέπει να σημειώσετε τις κατατμήσεις που θα χρησιμοποιηθούν σαν φυσικοί τόμοι για LVM. Aυτό γίνεται με το μενού Ρυθμίσεις κατατμήσεων όπου και θα πρέπει να επιλέξετε Χρήση σαν:φυσικός τόμος για LVM.

Όταν επιστρέψετε στην κύρια οθόνη του partman θα δείτε μια καινούρια επιλογή Ρύθμιση του Διαχειριστή Λογικών Τόμων (LVM). Όταν την κάνετε, θα ρωτηθείτε καταρχήν να επιβεβαιώσετε τις αλλαγές που εκκρεμούν στον πίνακα διαμέρισης (αν υπάρχουν κάποιες) και στη συνέχεια θα εμφανιστεί το μενού ρύθμισης του LVM. Πάνω από το μενού εμφανίζεται μια περίληψη της ρύθμισης αυτής. Το ίδιο το μενού είναι ευαίσθητο στις επιλογές και εμφανίζει μόνο τις έγκυρες ενέργειες. Οι πιθανές ενέργειες είναι:

  • Εμφάνιση λεπτομερειών ρύθμισης: εμφανίζει την δομή της συσκευής LVM, ονόματα και μεγέθη των λογικών τόμων και άλλα

  • Δημιουργία ομάδας τόμων

  • Δημιουργία λογικού τόμου

  • Διαγραφή λογικού τόμου

  • Διαγραφή λογικού τόμου

  • Επέκταση λογικού τόμου

  • Συρρίκνωση ομάδας τόμων

  • Ολοκλήρωση: επιστροφή στην κύρια οθόνη του partman

Χρησιμοποιήστε τις επιλογές σ' αυτό το μενού για να δημιουργήσετε αρχικά μια ομάδα τόμων και στην συνέχεια να δημιουργήσετε τους λογικούς σας τόμους μέσα σ' αυτήν.

Μετά την επιστροφή σας στην κύρια οθόνη του partman, θα δείτε όλους του λογικούς τόμους που δημιουργήθηκαν με τον ίδιο τρόπο που βλέπετε και τις συνηθισμένες κατατμήσεις (και μπορείτε να τους διαχειριστείτε σαν τέτοιες).

6.3.2.5. Ρύθμιση Κρυπτογραφημένων Τόμων

Ο debian-installer σας επιτρέπει να διαμορφώσετε κρυπτογραφημένες κατατμήσεις. Κάθε αρχείο που γράφετε σε μια τέτοια κατάτμηση σώζεται αμέσως στην συσκευή σε κρυπτογραφημένη μορφή. Η πρόσβαση στα κρυπτογραφημένα δεδομένα παρέχεται μόνο μετά την εισαγωγή της συνθηματικής φράσης που χρησιμοποιήσατε όταν δημιουργήσατε αρχικά την κρυπτογραφημένη κατάτμηση. Αυτό το γνώρισμα είναι χρήσιμο για την προστασία ευαίσθητων δεδομένων σε περίπτωση που κλαπεί ο φορητός υπολογιστής σας ή ο σκληρός σας δίσκος. Ο δράστης μπορεί να έχει φυσική πρόσβαση στον σκληρό δίσκο, αλλά μην γνωρίζοντας την σωστή συνθηματική φράση τα δεδομένα στον δίσκο θα μοιάζουν σαν τυχαίοι χαρακτήρες.

Οι δυο σημαντικότερες κατατμήσεις για κρυπτογράφηση είναι: η κατάτμηση home, όπου βρίσκονται τα προσωπικά σας δεδομένα, και η κατάτμηση swap, όπου πιθανόν να αποθηκεύονται ευαίσθητα δεδομένα προσωρινά στην διάρκεια χρήσης του συστήματος. Φυσικά, τίποτα δεν σας αποτρέπει από το να κρυπτογραφήσετε όποιες άλλες κατατμήσεις μπορεί να έχουν ενδιαφέρον για σας. Για παράδειγμα, την κατάμηση /var όπου διακομιστές βάσεων δεδομένων, αλλληλογραφίας ή εκτυπώσεων αποθηκεύουν τα δεδομένα τους

Σημείωση

Παρακαλούμε να σημειώσετε ότι η απόδοση των κρυπτογραφημένων κατατμήσεων θα είναι μικρότερη από των μη κρυπτογραφημένων επειδή τα δεδομένα θα πρέπει να αποκρυπτογραφούνται και να κρυπτογραφούνται για κάθε εγγραφή ανάγνωση. Η επίδραση στην απόδοση εξαρτάται από την ταχύτητα του επεξεργαστή σας, τον αλγόριθμο κρυπτογράφησης και το μήκος του κλειδιού κρυπτογράφησης.

Για να χρησιμοποιήσετε κρυπτογράφηση θα πρέπει πρώτα να δημιουργήσετε μια καινούρια κατάτμηση επιλέγοντας κάποιον ελεύθερο χώρο στο κυρίως μενού διαμέρισης. Μια άλλη δυνατότητα είναι να διαλέξετε μιαν υπάρχουσα κατάτμηση (πχ. μια συνηθισμένη κατάτμηση, έναν λογικό τόμο LVM ή RAID). Στο μενού Ρυθμίσεις κατατμήσεων θα πρέπει να διαλέξετε φυσικός τόμος για κρυπτογράφηση από την επιλογή Χρήση σαν:. Το μενού τότε θα αλλάξει ώστε να συμπεριλάβει διάφορες δυνατότητες κρυπτογρφησης για την κατάτμηση.

Ο debian-installer υποστηρίζει αρκετές μεθόδους κρυπτογράφησης. Η προεπιλεγμένη μέθοδος είναι η dm-crypt (η οποία συμπεριλαμβάνεται σε νεώτερους πυρήνες του Linux, με την δυνατότητα υποστήριξης φυσικών τόμων LVM). Η άλλη είναι η loop-AES (που είναι παλιότερη και συντηρείται ανεξάρτητα από τον πηγαίο κώδικα του πυρήνα του Linux). Εκτός και αν έχετε σοβαρο λόγυς για να μην το κάνετε, συνιστούμε να χρησιμοποιήσετε την προεπιλεγμένη μέθοδο.

Καταρχήν, ας κοιτάξουμε τις επιλογές που έχετε διαθέσιμες αν επιλέξετε την μέθοδο Device-mapper (dm-crypt) σαν μέθοδο κρυπτογράφησης. Όπως πάντα, σε περίπτωση αμφιβολίας, χρησιμοποιήστε τις προεπιλογές, επειδή έχουν επιλεγεί με προσοχή έχοντας στο μυαλό την ασφάλεια.

Αλγόριθμος κρυπτογράφησης: aes

Αυτή η επιλογή σας επιτρέπει να διαλέξετε τον αλγόριθμο κρυπτογράφησης (cipher) που θα χρησιμοποιηθεί για την κρυπτογράφηση των δεδομένων στην κατάτμηση. Ο debian-installer υποστηρίζει προς το παρόν τους ακόλουθους block αλγορίθμους: aes, blowfish, serpent, και twofish. Η συζήτηση των ποιοτικών χαρακτηριστικών αυτών των διαφορετικών αλγορίθμων ξεφεύγει από τους σκοπούς του παρόντος κειμένου, παρόλα αυτά ίσως βοηθήσει την απόφασή σας το να ξέρετε ότι το 2000 ο αλγόριθμος AES επιλέχθηκε από τον Αμερικανικό Εθνικό Ινστιτούτο Προτύπων και Τεχνολογίας (ΑNIST) σαν ο πρότυπος αλγόριθμος κρυπτογράφησης για την προστασία ευαίσθητων πληροφοριών στον 21ο αιώνα.

Μέγεθος κλειδιού: 256

Εδώ μπορείτε να προσδιορίσετε το μέγεθος του κλειδιού κρυπτογράφησης. Με ένα μεγαλύτερο κλειδί, βελτιώνεται γενικά η δύναμη της κρυπτογράφησης. Από την άλλη πλευρά, η αύξηση του μήκους του κλειδιού έχει αρνητική επίδραση στην απόδοση του συστήματος. Τα διαθέσιμα μήκη κλειδιών ποικίλουν ανάλογα με τον αλγόριθμο.

Αλγόριθμος IV: cbc-essiv:sha256

O αλγόριθμος Initialization Vector ή IV χρησιμοποιείται στην κρυπτογραφία για να διασφαλιστεί ότι η εφαρμογή της ίδιας κωδικοποίησης στα ίδια δεδομένα καθαρού κειμένου με το ίδιο κλειδί παράγει πάντα ένα μοναδικό κρυπτογραφημένο κείμενο. Η ιδέα είναι η αποτροπή του επιτιθέμενου από την εξαγωγή πληροφορίας από επαναλαμβανόμενους σχηματισμούς στα κρυπτογραφημένα δεδομένα.

Από τις εναλλακτικές λύσεις που παρέχονται, η προεπιλεγμένη cbc-essiv:sha256 είναι αυτή τη στιγμή η λιγότερο ευάλλωτη σε γνωστές επιθέσεις. Χρησιμοποιήστε τις άλλες εναλλακτικές μόνο αν πρέπει να εξασφαλίσετε συμβατότητα με κάποιο προηγούμενα εγκατεστημένο σύστημα που δεν είναι ικανό να χρησιμοποιήσει νεώτερους αλγόριθμους.

Κλειδί κρυπτογράφησης: Συνηθηματική φράση

Εδώ μπορείτε να επιλέξετε τον τύπο του κλειδιού κρυπτογράφησης γι' αυτήν την κατάτμηση.

Συνθηματική φράση

Το κλειδί κρυπτογράφησης θα υπολογιστεί [7] στην βάση μιας συνθηματικής φράσης που μπορείτε να εισάγετε στη συνέχεια της διαδικασίας.

Τυχαίο κλειδί

Ένα καινούριο κλειδί κρυπτογράφησης θα δημιουργείται από τυχαία δεδομένα κάθε φορά που θα προσπαθείτε να χρησιμοποιήσετε την κρυπτογραφημένη κατάτμηση. Με άλλα λόγια: σε κάθε κλείσιμο του υπολογιστή, το περιεχόμενο της κατάτμησης θα χάνεται καθώς το κλειδί σβήνεται από την μνήμη. (Φυσικά, θα μπορούσατε να μαντέψετε το κλειδί με μια "ωμή" επίθεση (brute force attack) αλλά αν δεν υπάρχει μια γνωστή αδυναμία στον αλγόριθμο κρυπτογράφησης,αυτό δεν είναι εφικτό στη διάρκεια μιας ανθρώπινης ζωής).

Τυχαία κλειδιά είναι χρήσιμα για κατατμήσεις swap γιατί δεν θα είσαστε υποχρεωμένοι να ασχολείστε με την απομνημόνευση της συνθηματικής φράσης ή το wiping ευαίσθητης πληροφορίας από την κατάτμηση swap πριν το κλείσιμο του υπολογιστή σας. Σημαίνει, όμως, και ότι δεν θα μπορείτε να χρησιμοποιήσετε την λειτουργία “suspend-to-disk” που προσφέρεται από νεώτερους πυρήνες του Linux καθώς είναι αδύνατον (στην περίπτωση της επόμενης επανεκκίνησης) να ανακτήσετε τα suspended δεδομένα που έχουν εγγραφεί στην κατάτμηση swap.

Διαγραφή δεδομένων: ναι

Καθορίζει το αν τα περιεχόμενα αυτής της κατάτμησης θα υπερεγγράφονται με τυχαία δεδομένα πριν την ρύθμιση της για κρυπτογράφηση. Αυτό συνιστάται γιατί διαφορετικά είναι πιθανόν για έναν επιτιθέμενο να διαπιστώσει ποια μέρη της κατάτμησης είναι σε χρήση και ποια όχι. Επιπρόσθετα, αυτό θα κάνει δυσκολότερη και την επανάκτηση οποιωνδήποτε δεδομένων έχουν απομείνει από προηγούμενες εγκαταστήσεις.[8].

Αν επιλέξετε Μέθοδος κρυπτογράφησης:Loopback (loop-AES), το μενού θα αλλάξει παρέχοντας τις ακόλουθες επιλογές:

Κρυπτογράφηση: AES256

Για την μέθοδο loop-AES, σε αντίθεση με την dm-crypt, οι επιλογές για την κρυπτογράφηση και το μέγεθος του κλειδιού συνδυάζονται, οπότε μπορείτε να τα επιλέξετε ταυτόχρονα. Παρακαλούμε δείτε τις προηγούμενες ενότητες σχετικά με τους αλγόριθμους κρυπτογράφησης και τα μεγέθη κλειδιών για περισσότερες πληροφορίες.

Κλειδί κρυπτογράφησης: Keyfile (GnuPG)

Εδώ μπορείτε να επιλέξετε τον τύπο του κλειδιού κρυπτογράφησης γι' αυτήν την κατάτμηση.

Αρχείο κλειδιού (GnuPG)

Το κλειδί κρυπτογράφησης θα δημιουργηθεί από τυχαία δεδομένα στην διάρκεια της εγκατάστασης. Επιπλέον, το κλειδί αυτό θα κρυπτογραφηθεί με το πρόγραμμα GnuPG, οπότε για να το χρησιμοποιήσετε, θα πρέπει να εισάγετε την σωστή συνθηματική φράση (θα σας ζητηθεί να δώσετε μια τέτοια αργότερα στην διάρκεια της διαδικασίας).

Τυχαίο κλειδί

Παρακαλώ δείτε την ενότητα για τα τυχαία κλειδιά παραπάνω.

Διαγραφή δεδομένων: ναι

Παρακαλώ δείτε την ενότητα για την διαγραφή των δεδομένων παραπάνω.

Αφού έχετε επιλέξει τις επιθυμητές παραμέτρους για τις κρυπτογραφημένες σας κατατμήσεις, επιστρέψτε στο κύριο μενού διαμέρισης. Εκεί θα πρέπει να υπάρχει τώρα ένα καινούριο στοιχείο με το όνομα Ρύθμιση κρυπτογραφημένων τόμων. Αφού το επιλέξετε, θα σας ζητηθεί να επιβεβαιώσετε την διαγραφή των δεδομένων στις κατατμήσεις που έχουν επισημανθεί για διαγραφή και πιθανόν επιπλέον ενέργειες όπως η εγγραφή ενός καινούριου πίνακα διαμέρισης. Για μεγάλες κατατμήσεις αυτό μπορεί να διαρκέσει αρκετό χρόνο.

Στη συνέχεια θα σας ζητηθεί να εισάγετε μια συνθηματική φράση για τις κατατμήσεις που έχετε ρυθμίσει να χρησιμοποιούν μια τέτοια φράση. Καλές συνθηματικές φράσεις θα πρέπει να έχουν μήκος μεγαλύτερο από 8 χαρακτήρες, να είναι ένα μείγμα γραμμάτων, αριθμ και άλλων χαρακτήρων και δεν θα πρέπει να περιέχουν συνηθισμένες λέξεις από το λεξικό ή πληροφορία που εύκολα μπορεί να συσχετιστεί με σας (όπως ημερομηνιες γέννησης, hobby, ονόματα κατοικιδίων, ονόματα μελών της οικογένειάς σας ή συγγενών, κ.λπ.).

Προειδοποίηση

Πριν εισάγετε οποιεσδήποτε συνθηματικές φράσεις, θα πρέπει να βεβαιωθείτε ότι το πληκτρολόγιό σας είναι σωστά ρυθμισμένο και παράγει τους αναμενόμενους χαρακτήρες. Αν δεν είσαστε σίγουροι, μπορείτε να αλλάξετε στην δεύτερη εικονική κονσόλα και να πληκτρολογήσετε κάποιο κείμενο στο προτρεπτικό. Αυτό εξασφαλίζει ότι δεν θα εκπλαγείτε αργότερα, πχ. προσπαθώντας να εισάγετε μια συνθηματική φράση χρησιμοποιώντας ένα πληκτρολόγιο με διάταξη qwerty ενώ χρησιμοποιήσατε διάταξη azerty κατά την εγκατάσταση. Μια τέτοια κατάσταση μπορεί να οφείλεται σε αρκετούς λόγους. Πιθανόν να αλλάξατε σε μια άλλη διάταξη πληκτρολογίου στη διάρκεια της εγκατάστασης, ή η διάταξη που επιλέξατε να μην είχε ακόμα ρυθμιστεί όταν εισάγατε την συνθηματική φράση για το ριζικό σύστημα αρχείων.

Αν επιλέξατε να χρησιμοποιήσετε άλλες μεθόδους εκτός της συνθηματικής φράσης για την δημιουργία κλειδιών κρυπτογράφησης, αυτά θα δημιουργηθούν τώρα. Επειδή ο πυρήνας μπορεί να μην έχει συγκεντρώσει ακόμα ένα ικανό ποσό εντροπίας σ' αυτό το πρώιμο στάδιο της εγκατάστασης, η διαδικασία πιθανόν να διαρκέσει αρκετό χρόνο. Μπορείτε να βοηθήσετε στην επιτάχυνση της διαδικασίας παράγοντας εντροπία, πχ. πατώντας πλήκτρα στην τύχη ή περνώντας στο κέλυφος στην δεύτερη εικονική κονσόλα και παράγοντας κάποια δραστηριότητα στον δίσκο ή στο δίκτυο (κατεβάζοντας κάποια αρχεία, στέλνοντας μεγάλα αρχεία στο /dev/null, κ.λπ.). Αυτό θα πρέπει να επαναληφθεί για κάθε κατάτμηση που πρόκειται να κρυπτογραφηθεί.

Αφού επιστρέψετε στο κύριο μενού διαμέρισης, θα δείτε όλες τις κρυπτογραφημένες κατατμήσεις σαν επιπρόσθετες κατατμήσεις που μπορείτε να ρυθμίσετε ακριβώς όπως και τις συνηθισμένες κατατμήσεις. Το ακόλουθο παράδειγμα δείχνει δυο διαφορετικούς τόμους. Ο πρώτος είναι κρυπτογραφημένος με την μέθοδο dm-crypt, ο δεύτερος με την loop-AES.

Κρυπτογραφημένος τόμος (sda2_crypt) - 115.1 GB Linux device-mapper
     #1 115.1 GB  F ext3

Loopback (loop0) - 515.2 MB AES256 keyfile
     #1 515.2 MB  F ext3

Τώρα είναι η στιγμή που θα πρέπει να αποδώσετε σημεία προσάρτησης στους τόμους και αν θέλετε να αλλάξετε τους τύπους των συστημάτων αρχείων αν τα προεπιλεγμένα δεν σας ταιριάζουν.

Ένα πράγμα που θα πρέπει να σημειώσετε εδώ είναι τα διακριτικά στις παρενθέσεις (sda2_crypt και loop0 στην προκειμένη περίπτωση) και τα σημεία προσάρτησης που δώσατε σε κάθε κρυπτογραφημένο τόμο. Θα χρειαστείτε αυτήν την πληροφορία στη συνέχεια όταν εκκινήσετε το καινούριο σας σύστημα. Οι διαφορές ανάμεσα στην συνηθισμένη διαδικασία εκκίνησης και την διαδικασία εκκίνησης με κρυπτογράφηση θα καλυφθούν αργότερα στην ενότητα Τμήμα 7.2, “Προσάρτηση κρυπτογραφημένων τόμων”.

Όταν είσαστε ικανοποιημένοι με το σχήμα διαμέρισης, συνεχίστε την εγκατάσταση.

6.3.3. Εγκατάσταση του Βασικού Συστήματος

Αν κι αυτό το στάδιο είναι το λιγότερο προβληματικό, καταναλώνει έναν σημαντικό χρόνο της εγκατάστασης επειδή αφορά το κατέβασμα, την επαλήθευση και την αποσυμπίεση ολόκληρου του βασικού σύστηματος. Εάν έχετε αργό υπολογιστή ή δικτυακή σύνδεση, αυτό το στάδιο μπορεί να διαρκέσει για πολύ ώρα.

Στη διάρκεια της εγκατάστασης του βασικού συστήματος, τα μηνύματα για την αποσυμπίεση και ρύθμιση των πακέτων κατευθύνονται στο τερματικό tty4. Έχετε πρόσβαση σ' αυτό πατώντας Left Alt-F4. Επιστρέφετε στο κυρίως μενού εγκατάστασης με τον συνδυασμό Left Alt-F1.

Tα μηνύματα αποσυμπίεσης/ρύθμισης που δημιουργούνται σ' αυτή τη φάση επίσης σώζονται στο /var/log/syslog. Μπορείτε να τα ελέγξετε εκεί αν η εγκατάσταση γίνεται μέσω μιας σειριακής κονσόλας.

Θα εγκατασταθεί ένα πυρήνας Linux, ως τμήμα της εγκατάστασης. Με την προκαθορισμένη προτεραιότητα, ο εγκαταστάτης θα διαλέξει ένα πυρήνα που ταιριάζει πιο πολύ στο υλικό σας. Στις καταστάσεις χαμηλότερης προτεραιότητας, θα είστε σε θέση να επιλέξετε από μια λίστα διαθεσίμων πυρήνων.

6.3.4. Ρύθμιση των Χρηστών και των Κωδικών Πρόσβασης

After the base system has been installed, the installer will allow you to set up the “root” account and/or an account for the first user. Other user accounts can be created after the installation has been completed.

6.3.4.1. Ορίστε τον κωδικό πρόσβασης για τον χρήστη Root

O λογαριασμός του χρήστη root λέγεται συχνά και λογαριασμός root. Είναι ο λογαριασμός με την πρόσβαση που παρακάμπτει κάθε προστασία ασφάλειας στο σύστημά σας. Ο λογαριασμός αυτός πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για την εκτέλεση διαφόρων διαχειριστικών εργασιών στο σύστημα και για όσο το δυνατόν συντομότερο χρονικό διάστημα.

Κάθε κωδικός πρόσβασης που δημιουργείτε πρέπει να έχει τουλάχιστον 6 χαρακτήρες, τόσο κεφαλαίους όσο και πεζούς καθώς και χαρακτήρες στίξης.Προσέξτε ιδιαίτερα όταν ρυθμίζετε τον κωδικό πρόσβασης για τον χρήστη root καθώς ο λογαριασμός του χρήστη αυτού είναι τόσο ισχυρός. Αποφύγετε την χρήση οποιωνδήποτε λέξεων από το λεξικό ή οποιαδήποτε προσωπική πληροφορία που θα μπορούσε κανείς να μαντέψει.

Αν κάποιος σας πει ότι χρειάζεται τον κωδικό σας πρόσβασης σαν root να είστε εξαιρετικά επιφυλακτικοί. Δεν θα έπρεπε συνήθως να δώσετε ποτέ τον κωδικό αυτόν πρόσβασης εκτός αν διαχειρίζεστε ένα μηχάνημα με περισσότερους από έναν διαχειριστές συστήματος.

6.3.4.2. Δημιουργία ενός απλού χρήστη

Στο σημείο αυτό το σύστημα θα σας ρωτήσει αν θέλετε να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό απλού χρήστη. Αυτός ο λογαριασμός θα μπορεί να είναι ο κύριος λογαριασμός προσωπικής σας πρόσβασης στο σύστημα. Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείτε το λογαριασμό root για την προσωπική σας είσοδο στο σύστημα.

Γιατί όχι; Λοιπόν, ένας καταρχήν λόγος που πρέπει να αποφύγετε τη χρήση των προνομίων του χρήστη root είναι το ότι μπορείτε πολύ εύκολα να κάνετε ανεπανόρθωτη ζημιά στο σύστημα σαν root. Ένας άλλος λόγος είναι ότι έτσι μπορεί να παρασυρθείτε ώστε να τρέξετε ένα πρόγραμμα Δούρειο Ίππο, δηλ. ένα πρόγραμμα που εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες του λογαριασμού root σαν υπερ-χρήστη ώστε να παραβιάσει την ασφάλεια του συστήματός σας πίσω από την πλάτη σας.Οποιοδήποτε καλό βιβλίο πάνω στην διαχείριση Unix συστημάτων καλύπτει αυτό το θέμα με λεπτομέρειες. — σκεφτείτε σοβαρά να διαβάσετε ένα από αυτά τα βιβλία αν δεν είστε εξοικειωμένοι με τα θέματα αυτά.

Αρχικά θα παροτρυνθείτε για το πλήρες όνομα του χρήστη, Μετά θα σας ζητηθεί να δώσετε ένα όνομα χρήστη για τον λογαριασμό; γενικά το μικρό σας όνομα ή κάτι ανάλογο θα είναι αρκετό και πραγματικά αυτό είναι η προεπιλογή. Τέλος θα σας ζητηθεί να δώσετε ένα κωδικό πρόσβασης για τον λογαριασμό.

Αν σε οποιαδήποτε άλλη φάση μετά την εγκατάσταση θελήσετε να δημιουργήσετε έναν άλλο λογαριασμό χρησιμοποιήσετε την εντολή adduser.

6.3.5. Εγκατάσταση Επιπρόσθετου Λογισμικού

At this point you have a usable but limited system. Most users will want to install additional software on the system to tune it to their needs, and the installer allows you do so. This step can take even longer than installing the base system if you have a slow computer or network connection.

6.3.5.1. Ρύθμιση του apt

Ένα από τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την εγκατάσταση πακέτων σε ένα σύστημα Debian GNU/Linux είναι ένα πρόγραμμα που ονομάζεται apt-get, από το πακέτο apt.[9]. Άλλα front-end για την διαχείριση των πακέτων, όπως το aptitude και το synaptic επίσης χρησιμοποιούνται. Αυτά συνίστανται για καινούριους χρήστες, καθώς ενσωματώνουν μερικά επιπλέον χαρακτηριστικά (αναζήτηση πακέτων και έλεγχος της κατάστασής τους) με μια ωραία διεπαφή για τον χρήστη. Στην πραγματικότητα το aptitude είναι τώρα το προτεινόμενο βοηθητικό πρόγραμμα για την διαχείριση των πακέτων.

apt must be configured so that it knows from where to retrieve packages. The results of this configuration are written to the file /etc/apt/sources.list. You can examine and edit this file to your liking after the installation is complete.

If you are installing at default priority, the installer will largely take care of the configuration automatically, based on the installation method you are using and possibly using choices made earlier in the installation. In most cases the installer will automatically add a security mirror and, if you are installing the stable distribution, a mirror for the “volatile” update service.

If you are installing at a lower priority (e.g. in expert mode), you will be able to make more decisions yourself. You can choose whether or not to use the security and/or volatile update services, and you can choose to add packages from the “contrib” and “non-free” sections of the archive.

6.3.5.1.1. Installing from more than one CD or DVD

If you are installing from a CD or a DVD that is part of a larger set, the installer will ask if you want to scan additional CDs or DVDs. If you have additional CDs or DVDs available, you probably want to do this so the installer can use the packages included on them.

If you do not have any additional CDs or DVDs, that is no problem: using them is not required. If you also do not use a network mirror (as explained in the next section), it can mean that not all packages belonging to the tasks you select in the next step of the installation can be installed.

Σημείωση

Packages are included on CDs (and DVDs) in the order of their popularity. This means that for most uses only the first CDs in a set are needed and that only very few people actually use any of the packages included on the last CDs in a set.

It also means that buying or downloading and burning a full CD set is just a waste of money as you'll never use most of them. In most cases you are better off getting only the first 3 to 8 CDs and installing any additional packages you may need from the Internet by using a mirror. The same goes for DVD sets: the first DVD, or maybe the first two DVDs will cover most needs.

A good rule of thumb is that for a regular desktop installation (using the GNOME desktop environment) only the first three CDs are needed. For the alternative desktop environments (KDE or Xfce), additional CDs are needed. The first DVD easily covers all three desktop environments.

If you do scan multiple CDs or DVDs, the installer will prompt you to exchange them when it needs packages from another CD/DVD than the one currently in the drive. Note that only CDs or DVDs that belong to the same set should be scanned. The order in which they are scanned does not really matter, but scanning them in ascending order will reduce the chance of mistakes.

6.3.5.1.2. Using a network mirror

One question that will be asked during most installs is whether or not to use a network mirror as a source for packages. In most cases the default answer should be fine, but there are some exceptions.

If you are not installing from a full CD or DVD or using a full CD/DVD image, you really should use a network mirror as otherwise you will end up with only a very minimal system. However, if you have a limited Internet connection it is best not to select the desktop task in the next step of the installation.

If you are installing from a single full CD or using a full CD image, using a network mirror is not required, but is still strongly recommended because a single CD contains only a fairly limited number of packages. If you have a limited Internet connection it may still be best to not select a network mirror here, but to finish the installation using only what's available on the CD and selectively install additional packages after the installation (i.e. after you have rebooted into the new system).

If you are installing from a DVD or using a DVD image, any packages needed during the installation should be present on the first DVD. The same is true if you have scanned multiple CDs as explained in the previous section. Use of a network mirror is optional.

One advantage of adding a network mirror is that updates that have occurred since the CD/DVD set was created and have been included in a point release, will become available for installation, thus extending the life of your CD/DVD set without compromising the security or stability of the installed system.

In summary: selecting a network mirror is generally a good idea, except if you do not have a good Internet connection. If the current version of a package is available from CD/DVD, the installer will always use that. The amount of data that will be downloaded if you do select a mirror thus depends on

  1. the tasks you select in the next step of the installation,

  2. which packages are needed for those tasks,

  3. which of those packages are present on the CDs or DVDs you have scanned, and

  4. whether any updated versions of packages included on the CDs or DVDs are available from a mirror (either a regular package mirror, or a mirror for security or volatile updates).

Note that the last point means that, even if you choose not to use a network mirror, some packages may still be downloaded from the Internet if there is a security or volatile update available for them and those services have been configured.

6.3.5.2. Επιλογή και εγκατάσταση Λογισμικού

Κατά την διάρκεια της διαδικασίας εγκατάστασης, σας δίνεται η ευκαιρία να επιλέξετε για εγκατάσταση επιπρόσθετο λογισμικό. Αντί να διαλέγετε μεμονωμένα πακέτα λογισμικού από τα 20750 διαθέσιμα πακέτα, αυτό το στάδιο της διαδικασίας εγκατάστασης εστιάζει στην επιλογή και εγκατάσταση προκαθορισμένων συλλογών πακέτων ώστε να ρυθμίσετε γρήγορα τον υπολογιστή σας για την εκτέλεση διαφόρων "καθηκόντων".

Έχετε, λοιπόν, την δυνατότητα να διαλέξετε πρώτα ομάδες πακέτων (tasks) και στη συνέχεια να προσθέσετε ακόμα περισσότερα μεμονωμένα πακέτα. Αυτές οι ομάδες πακέτων αντιπροσωπεύουν χονδρικά έναν αριθμό διαφορετικών εργασιών ή πραγμάτων που θέλετε να κάνετε με τον υπολογιστή σας, τέτοια όπως η χρήση ενός “περιβάλλοντος γραφείου (Desktop environment)”, “εξυπηρετητή Ιστοσελίδων”, ή “εξυπηρετητή εκτπώσεων”[10]. Στην ενότητα Τμήμα D.2, “Χώρος στο δίσκο που χρειάζεται για τις διάφορες Εργασίες” μπορείτε να δείτε τις απαιτήσεις σε χώρο δίσκου για τα διάφορες ομάδες πακέτων.

Some tasks may be pre-selected based on the characteristics of the computer you are installing. If you disagree with these selections you can deselect them. You can even opt to install no tasks at all at this point.

Σημείωση

Unless you are using the special KDE or Xfce CDs, the “Desktop environment” task will install the GNOME desktop environment.

It is not possible to interactively select a different desktop during the installation. However, it is possible to get debian-installer to install a KDE desktop environment instead of GNOME by using preseeding (see Τμήμα B.4.10, “Επιλογή πακέτων”) or by adding the parameter desktop=kde at the boot prompt when starting the installer. Alternatively the more lightweight Xfce desktop environment can be selected by using desktop=xfce.

Note that this will only work if the packages needed for KDE or Xfce are actually available. If you are installing using a single full CD image, they will need to be downloaded from a mirror as most needed packages are only included on later CDs; installing KDE or Xfce this way should work fine if you are using a DVD image or any other installation method.

Οι διάφορες ομάδες πακέτων εξυπηρετητών θα εγκαταστήσουν λογισμικό περίπου ως εξής. εξυπηρετητής DNS: bind9; Εξυπηρετητής αρχείων: samba, nfs; Εξυπηρετητής αλληλογραφίας: exim4, spamassassin, uw-imap; Εξυπηρετητής εκτυπώσεων: cups; Βάση δεδομένων SQL: postgresql; Εξυπηρετητής ιστοσελίδων: apache.

Once you've selected your tasks, select Continue. At this point, aptitude will install the packages that are part of the tasks you've selected.

Σημείωση

Στο συνηθισμένο interface για τον χρήστη του εγκαταστάτη, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το πλήκτρο space για την επιλογή/αποεπιλογή ενός "καθήκοντος".

Θα πρέπει να έχετε υπόψιν σας ότι ιδιαίτερα η ομάδα πακέτων για την Επιφάνεια εργασίας είναι πολύ μεγάλη. Ειδικά όταν εγκαθιστάτε από ένα συνηθισμένο CD-ROM σε συνδυασμό με έναν καθρέφτη της αρχειοθήκης για τα πακέτα που δεν βρίσκονται στο CD-ROM, ο εγκαταστάτης πιθανόν να πρέπει να ανακτήσει αρκετά πακέτα από το δίκτυο. Αν έχετε μια σχετικά αργή σύνδεση στο Διαδίκτυο, αυτό μπορεί να πάρει πολύ χρόνο. Δεν υπάρχει επιλογή να ακυρώσετε την εγκατάσταση των πακέτων όταν αυτή ξεκινήσει.

Ακόμα και αν τα πακέτα περιλαμβάνονται στο CD-ROM, ο εγκαταστάτης μπορεί και πάλι να τα ανακτήσει από τον καθρέφτη της αρχειοθήκης αν η έκδοση τους σ' αυτόν είναι πιο πρόσφατη από αυτήν που έχουν στο CD-ROM. Αν εγκαθιστάτε την σταθερή διανομή, αυτό μπορεί να συμβεί μετά από μια σημειακή έκδοση (μια αναβάθμιση της αρχικής σταθερής έκδοσης). Αν εγκαθιστάτε την δοκιμαστική διανομή, αυτό θα συμβεί αν χρησιμοποιείτε μια παλιότερη εικόνα του εγκαταστάτη.

Κάθε ένα από τα πακέτα που επιλέγετε με την εντολή tasksel κατεβαίνουν, αποσυμπιέζονται και στη συνέχεια εγκαθίστανται διαδοχικά από τα προγράμματα apt-get και dpkg. Αν ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα χρειάζεται περισσότερες πληροφορίες από την πλευρά του χρήστη, θα τον προτρέψει στην διάρκεια της διαδικασίας αυτής.

6.3.6. Καθιστώντας το Σύστημα Εκκινήσιμο

Εάν εγκαθιστάτε σ' έναν σταθμό εργασίας που δεν έχει σκληρό δίσκο, προφανώς, η εκκίνηση από τον τοπικό δίσκο είναι μια επιλογή χωρίς νόημα, όποτε αυτό το βήμα θα παραληφθεί.

6.3.6.1. Ανίχνευση άλλων λειτουργικών συστημάτων

Πριν να εγκατασταθεί ένας φορτωτής εκκίνησης, ο εγκαταστάτης θα προσπαθήσει να ελέγξει εάν υπάρχουν εγκατεστημένα κι άλλα λειτουργικά συστήματα στον υπολογιστή. Εάν βρει υποστηριζόμενα λειτουργικά συστήματα, θα πληροφορηθείτε γι'αυτά στη διάρκεια του σταδίου εγκατάστασης του φορτωτή εκκίνησης, και ο υπολογιστής θα ρυθμιστεί έτσι ώστε να εκκινεί, εκτός από το Debian, και άλλα λειτουργικά συστήματα.

Σημειώστε ότι η εκκίνηση πολλαπλών λειτουργικών συστημάτων από ένα μόνο υπολογιστή είναι ακόμα κάτι σαν μαύρη μαγεία Η αυτόματη υποστήριξη ανίχνευσης και ρύθμισης φορτωτών εκκίνησης οι οποίοι θα εκκινούν άλλα λειτουργικά συστήματα ποικίλει από από αρχιτεκτονική σε αρχιτεκτονική, ακόμα κι από υποαρχιτεκτονική σε υποαρχιτεκτονική. Εάν δεν λειτουργήσει σωστά αυτό το στάδιο θα πρέπει να συμβουλευτείτε τις οδηγίες χρήσης του φορτωτή σας εκκίνησης.

6.3.6.2. Συνεχίστε Χωρίς Φορτωτή Εκκίνησης

Αυτή η επιλογή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ολοκλήρωση της εγκατάστασης ακόμα κι όταν δεν πρόκειται να εγκατασταθεί κανένας φορτωτής εκκίνησης, είτε επειδή δεν προβλέπεται από την αρχιτεκτονική ή την υποαρχιτεκτονική του συστήματος, είτε επειδή δεν θέλετε κανέναν ( π.χ. πρόκειται να χρησιμοποιήσετε κάποιον φορτωτή εκκίνησης που ήδη υπάρχει).

Εάν σκοπεύετε να ρυθμίστε χειροκίνητα τον φορτωτή σας εκκίνησης, πρέπει να ελέγξετε το όνομα του εγκατεστημένου πυρήνα στο κατάλογο /target/boot. Πρέπει επίσης να ελέγξετε εάν υπάρχει σε αυτόν τον κατάλογο ένα αρχείο initrd. Εάν υπάρχει, μάλλον θα πρέπει να δώσετε οδηγίες στον φορτωτή σας εκκίνησης να το χρησιμοποιήσει. Μια άλλη πληροφορία που θα χρειαστείτε είναι ο δίσκος και το τμήμα που επιλέξατε για το σύστημα αρχείων / και, εάν επιλέξετε να εγκαταστήσετε το /boot σε ξεχωριστό τμήμα, πρέπει επίσης να γνωρίζετε το σύστημα αρχείων του /boot.

6.3.7. Τελειώνοντας την Εγκατάσταση

This is the last step in the Debian installation process during which the installer will do any last minute tasks. It mostly consists of tidying up after the debian-installer.

6.3.7.1. Setting the System Clock

The installer may ask you if the computer's clock is set to UTC. Normally this question is avoided if possible and the installer tries to work out whether the clock is set to UTC based on things like what other operating systems are installed.

In expert mode you will always be able to choose whether or not the clock is set to UTC.

At this point debian-installer will also attempt to save the current time to the system's hardware clock. This will be done either in UTC or local time, depending on the selection that was just made.

6.3.7.2. Reboot the System

You will be prompted to remove the boot media (CD, floppy, etc) that you used to boot the installer. After that the system will be rebooted into your new Debian system.

6.3.8. Διάφορα

Τα συστατικά που εμφανίζονται σε αυτό το τμήμα συνήθως δεν περιλαμβάνονται στη διαδικασία της εγκατάστασης, άλλα βρίσκονται σε αναμονή στο παρασκήνιο για να βοηθήσουν τον χρήστη σε περίπτωση που κάτι δεν πάει καλά.

6.3.8.1. Αποθήκευση αρχείων ημερολογίου εγκατάστασης

Εάν η εγκατάσταση είναι επιτυχής, τα αρχεία καταγραφής που δημιουργήθηκαν στην διάρκεια της εγκατάστασης θα αποθηκευτούν αυτόματα στο κατάλογο /var/log/installer/ του καινούριου σας συστήματος Debian.

Η επιλογή Αποθήκευση των αρχείων καταγραφής από το κυρίως μενού, σας επιτρέπει να αποθηκεύσετε τα αρχεία καταγραφής σε μια δισκέτα, δίκτυο, σκληρό δίσκο, ή κάποιο άλλο μέσο. Αυτό μπορεί να σας φανεί χρήσιμο στην περίπτωση που αντιμετωπίσετε κάποια ανυπέρβλητα προβλήματα κατά την διάρκεια της εγκατάστασης και θέλετε να μελετήσετε τα αρχεία καταγραφής σε ένα άλλο σύστημα ή να τα επισυνάψετε σε μια αναφορά εγκατάστασης.

6.3.8.2. Χρήση του Κελύφους και Παρακολούθηση των Καταγραφών Εγκατάστασης

Υπάρχουν αρκετές μέθοδοι που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε για να έχετε ένα τερματικό ενώ τρέχετε την εγκατάσταση. Στα περισσότερα συστήματα, και εφόσον δεν κάνετε την εγκατάσταση από μια σειριακή κονσόλα, η ευκολότερη μέθοδος είναι να αλλάξετε στην δεύτερη εικονική κονσόλα πατώντας Left Alt-F2[11] (σε ένα πληκτρολόγια Mac, Option-F2). Χρησιμοποιήστε Left Alt-F1 για να αλλάξετε και πάλι πίσω στον ίδιο τον εγκαταστάτη.

If you cannot switch consoles, there is also an Execute a Shell item on the main menu that can be used to start a shell. You can get to the main menu from most dialogs by using the Go Back button one or more times. Type exit to close the shell and return to the installer.

Στο σημείο αυτό ξεκινάτε από τον δίσκο μνήμης RAM, και έχετε στη διάθεσή σας ένα περιορισμένο σύνολο εργαλείων του Unix. Μπορείτε να δείτε ποια προγράμματα είναι διαθέσιμα με την εντολή ls /bin /sbin /usr/bin /usr/sbin και πληκτρολογώντας help. Το κέλυφος είναι ένας κλώνος του κελύφους Bourne που ονομάζεται ash με μερικά ωραία χαρακτηριστικά όπως αυτόματη συμπλήρωση και ιστορικό.

Για την επεξεργασία και επισκόπηση αρχείων, χρησιμοποιήστε τον επεξεργαστή κειμένου nano. Αρχεία καταγραφής για το σύστημα εγκατάστασης μπορούν να βρεθούν στον κατάλογο /var/log.

Σημείωση

Αν και μπορείτε βασικά να κάνετε σε ένα κέλυφος ο,τιδήποτε σας επιτρέπουν οι διαθέσιμες εντολές να κάνετε, η επιλογή της χρήσης ενός κελύφους υπάρχει στην πραγματικότητα για την περίπτωση που κάτι πάει λάθος καθώς και για λογους εκσφαλμάτωσης (debugging).

Κάνοντας τα πράγματα με το χέρι από το κέλυφος ενδέχεται να προκαλέσει παρεμβολές στην διαδικασία εγκατάστασης οδηγώντας σε λάθη ή σε μια ελλιπή εγκατάσταση. Ιδιαίτερα, θα πρέπει να χρησιμοποιείτε πάντα τον εγκαταστάτη για την ενεργοποίηση της κατάτμησης swap και να μην το κάνετε οι ίδιοι από το κέλυφος.

6.3.8.3. Εγκατάσταση μέσω δικτύου

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συστατικά είναι το network-console (κονσόλα δικτύου). Σας επιτρέπει να κάνετε μεγάλο μέρος της εγκατάστασης μέσω δικτύου με την βοήθεια του SSH. Η χρήση του δικτύου συνεπάγεται ότι θα πρέπει να πραγματοποιήσετε τα πρώτα βήματα της εγκατάστασης από την κονσόλα, τουλάχιστον μέχρι το σημείο της ρύθμισης του δικτύου (αν και μπορείτε να αυτοματοποιήσετε αυτό το κομμάτι ακολουθώντας το Τμήμα 4.4, “Αυτόματη Εγκατάσταση”).

Το συστατικό αυτό δεν φορτώνεται από μόνο του στο μενού της κύριας εγκατάστασης κι επομένως θα πρέπει το ζητήσετε εκπεφρασμένα. Αν κάνετε την εγκατάσταση από CD, πρέπει να εκκινήσετε σε κατάσταση "μεσαίας" προτεραιότητας ή διαφορετικά να καλέσετε το μενού κύριας εγκατάστασης και να επιλέξετε Φόρτωση των συστατικών του εγκαταστάτη από το CD και από την λίστα των επιπλέον συστατικών να διαλέξετε network-console: Συνεχίστε την εγκατάσταση από μακριά με χρήση του SSH. Η πετυχημένη φόρτωση του συστατικού αυτού υποδεικνύεται την εμφάνιση ενός καινούριου στοιχείου στο μενού με τίτλο Συνέχιση της εγκατάστασης από μακριά με χρήση του SSH.

Μετά την επιλογή αυτού του στοιχείου, θα σας ζητηθεί να δώσετε έναν καινούριο κωδικό πρόσβασης που θα χρησιμοποιηθεί για την σύνδεσή σας στο σύστημα εγκατάστασης καθώς και η επιβεβαίωσή του. θα δείτε τώρα μια οθόνη που σας καθοδηγεί για την είσοδό σας από μακριά σαν χρήστης installer και με τον κωδικό που μόλις δώσατε. Μια άλλη σημαντική λεπτομέρεια που πρέπει να προσέξετε στην οθόνη αυτή είναι το "αποτύπωμα" (fingerprint) αυτού του συστήματος. Χρειάζεται να περάσετε με ασφαλή τρόπο αυτό το "αποτύπωμα" στο “πρόσωπο που θα συνεχίσει την εγκατάσταση από μακριά”.

Σε περίπτωση που αποφασίσετε να συνεχίσετε την εγκατάσταση τοπικά, μπορείτε πάντα να πατήσετε το Enter,που θα σας επαναφέρει στο κυρίως μενού, όπου μπορείτε να διαλέξετε ένα άλλο συστατικό του εγκαταστάτη.

Ας περάσουμε τώρα από την άλλη πλευρά του καλωδίου! Σαν προαπαιτούμενο, θα πρέπει να ρυθμίσετε το τερματικό σας για χρήση της κωδικοποίησης UTF-8, γιατί αυτή είναι που χρησιμοποιείται από το σύστημα εγκατάστασης. Αν δεν το κάνετε, η εγκατάσταση από μακριά είναι ακόμα εφικτή, αλλά μπορεί να αντιμεπωπίσετε διάφορα περίεργα "φαινόμενα" στην οθόνη σας όπως κατεστραμμένα πλαίσια διαλόγων ή μη αναγνώσιμους χαρακτήρες non-ascii. Η απόκτηση μιας σύνδεσης με το σύστημα εγκατάστασης είναι τόσο απλή όσο η πληκτρολόγηση των: